Χρειάζεστε βοήθεια;

Απλά στείλτε την ερώτησή σας παρακάτω για να λάβετε απάντηση.

Τι είναι μια Εταιρεία Εξαγοράς Ειδικού Σκοπού;

Οι εταιρείες εξαγοράς ειδικού σκοπού (SPACs), γνωστές και ως εταιρείες «ελεύθερης επιταγής» ή «εταιρείες κελύφους», δεν έχουν εμπορική δραστηριότητα. Ιδρύονται αποκλειστικά για τη συγκέντρωση κεφαλαίου με σκοπό την εξαγορά άλλης εταιρείας ή την εισαγωγή σε χρηματιστήριο, επιδιώκοντας να προσελκύσουν επενδυτές για μελλοντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Η ενεργή εταιρεία μπορεί στη συνέχεια να συγχωνευτεί ή να αγοραστεί από το SPAC και να γίνει και η ίδια εισηγμένη εταιρεία, αντί να πραγματοποιήσει δική της παραδοσιακή Πρώτης Δημόσιας Προσφοράς (IPO).

Οι παραδοσιακές ΙΡΟ μπορεί να διαρκέσουν έναν χρόνο ή και περισσότερο, ενώ η χρήση SPAC είναι συνήθως ταχύτερη. Τα SPAC δημιουργούνται ειδικά για να ολοκληρωθεί μια συγχώνευση, ή για ανταλλαγή μετοχών, εξαγορά στοιχείων ενεργητικού, αγορά μετοχών, αναδιοργάνωση ή παρόμοιος επιχειρηματικός συνδυασμός με μία ή περισσότερες εταιρείες.

Πώς λειτουργεί η διαδικασία απόκτησης;

Από τη στιγμή της ίδρυσης, η SPAC συνήθως διαθέτει 24 μήνες για να ολοκληρώσει ολόκληρη τη διαδικασία εξαγοράς.

Οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν είναι αρκετές, αλλά οι κύριες περιλαμβάνουν:

  • αναζήτηση εταιρείας προς εξαγορά
  • σε διαπραγματεύσεις για συμφωνία εξαγοράς
  • πραγματοποιώντας συναντήσεις με τους επενδυτές και αναζητώντας την έγκριση των μετόχων
  • υλοποίηση της συγχώνευσης
  • εάν δεν ολοκληρωθεί κάποια συγχώνευση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, το SPAC υπόκειται σε εκκαθάριση και τα κεφάλαια επιστρέφονται στους μετόχους του γενικού κοινού

Τι θα συμβεί στην εταιρεία εξαγοράς ειδικού σκοπού (SPAC) μετά την ανακοίνωση της συγχώνευσης;

Αυτό το τελευταίο βήμα της δημιουργίας της εισηγμένης εταιρείας που προκύπτει, αναφέρεται ως συναλλαγή «de-SPAC».

Αφού η SPAC ολοκληρώσει μια συγχώνευση με μια εταιρεία-στόχο, η προηγουμένως ιδιωτική εταιρεία θα εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Ο κωδικός της μετοχής της SPAC εταιρείας αλλάζει, ώστε να αντικατοπτρίζει την επωνυμία της εξαγορασθείσας εταιρείας και με αυτή την ονομασία θα αρχίσει να διαπραγματεύεται στο επιλεγμένο χρηματιστήριο.

Ποιοι είναι οι κύριοι κίνδυνοι;

Τα SPAC αποτελούν επένδυση υψηλού ρίσκου. Τα SPAC έχουν γίνει πρόσφατα ιδιαίτερα δημοφιλή ανάμεσα σε επενδυτές παγκοσμίως. Ωστόσο, πρόκειται για μια επένδυση που εμπεριέχει ρίσκα λόγω διαφόρων παραγόντων (οι οποίοι περιγράφονται παρακάτω).

Χωρίς συγχώνευση

Η εταιρεία SPAC ίσως δεν καταφέρει να εντοπίσει εταιρεία-στόχο εντός της απαιτούμενης χρονικής περιόδου (συνήθως 24 μήνες) και συνεπώς, θα αναγκαστεί να επιστρέψει κεφάλαια στους επενδυτές, με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί απόδοση κατά την περίοδο που επενδύθηκαν τα κεφάλαια.

Στόχοι

Η αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα στα SPAC ενδέχεται να τα ωθήσει να στοχεύουν εταιρείες σε πρώιμο στάδιο, αυξάνοντας τον κίνδυνο της επένδυσης, ιδίως σε τομείς όπως οι νέες τεχνολογίες. Συχνά, αυτές οι εταιρείες διαθέτουν περιορισμένο οικονομικό ιστορικό, βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης και βασίζονται σε προβλέψεις. Μετά τη συγχώνευση, πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις για τις δημόσιες εταιρείες.

Συγκρούσεις συμφερόντων

Οι χορηγοί και οι διευθύνοντες σύμβουλοι των εταιρειών SPAC ενδέχεται να έχουν προσωπικά συμφέροντα, που ενδεχομένως να ανταγωνίζονται τα συμφέροντα των κοινών μετόχων.

Οι επενδυτές πρέπει να εμπιστεύονται σε μεγάλο βαθμό τη διοικητική ομάδα της εταιρείας SPAC όσον αφορά στην εξεύρεση της καλύτερης εταιρείας-στόχου για τη συγχώνευση, δεδομένου ότι ορισμένα μέρη ενδέχεται να έχουν οικονομικά κίνητρα για να εξασφαλίσουν ότι η SPAC θα ολοκληρώσει τη συγχώνευση εντός του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου.

ΙPO έναντι συγχώνευσης με SPAC

Σε αντίθεση με το IPO, στη διαδικασία συγχώνευσης ενός SPAC δεν υπάρχει ανάδοχος/αξιολογητής, επομένως ενδέχεται να μην διεξαχθεί η λεπτομερής έρευνα ελέγχου (due diligence) που συνήθως συνοδεύει μια εταιρεία που εισάγεται στο χρηματιστήριο.

Οι χορηγοί εταιρειών SPAC διαθέτουν ένα αυστηρά περιορισμένο χρονικό περιθώριο για να κλείσουν μια συμφωνία. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της έρευνας εξαγοράς, ειδικά σε περίπτωση που δεν υπάρχει εγγύηση ότι ο χορηγός ή η ομάδα διαχείρισης θα συνεχίσουν να εμπλέκονται στην εταιρεία-στόχο μετά τη συγχώνευση.

Λόγω αυτού του χρονικού περιορισμού, οι ιδρυτές του SPAC ενδέχεται να επικεντρωθούν στη δυνατότητά τους να ολοκληρώσουν μια συναλλαγή και όχι στο κατά πόσο είναι κατάλληλη η εταιρεία-στόχος για εισαγωγή στο χρηματιστήριο.